Νέα Γη και Λαμπραντόρ

Η τιμή του σιδηρομεταλλεύματος βελτιώθηκε και εντάθηκε η εκμετάλλευση των κοιτασμάτων στο Λαμπραντόρ. Στις γενικές εκλογές του 1869, η Νέα Γη απέρριψε πρόταση για συμμετοχή στην Καναδική Ομοσπονδία, η οποία μόλις είχε δημιουργηθεί. Το 1904, η Γαλλία εγκατέλειψε τα δικαιώματά της στις δυτικές ακτές του νησιού, τα οποία δικαιώματα της είχαν παραχωρηθεί από την συνθήκη της Ουτρέχτης το 1713.

Το 1854, η Νέα απέκτησε και δική της «υπεύθυνη κυβέρνηση» με νόμο που ενέκρινε το βρετανικό Κοινοβούλιο. Η έκταση της επαρχίας ανέρχεται σε 405.212 km2, και ο πληθυσμός της σε 533.800 κατοίκους (εκτίμηση 2005).

Με βάση τα στοιχεία αυτά, η Νέα Γη και το Λαμπραντόρ είναι 10η σε έκταση ανάμεσα στις επαρχίες και τις περιφέρειες του Καναδά η 9η σε πληθυσμό. Η ονομασία Νέα Γη δόθηκε από τους πρώτους γάλλους εξερευνητές στις αρχές του 16ου αι. Ιδιαιτέρως, στις κοινότητες των αυτοχθόνων του Λαμπραντόρ, τα προβλήματα της βίας, του αλκοολισμού και των ναρκωτικών είχαν πάρει τρομακτικές διαστάσεις. Από το 2005 ωστόσο, η οικονομία της Νέα Γης και του Λαμπραντόρ έχει αρχίσει να βελτιώνονται.

Οι τολμηροί σκανδιναβοί θαλασσοπόροι, γύρω στα 1000 μ.Χ., έφτασαν στις ακτές της Αμερικής και έστησαν έναν καταυλισμό στην Νέα Γη στην περιοχή που σήμερα αποκαλείται Κόλπος των Λιβαδιών (L Anse aux Meadows). Το έτος 1829 πέθανε και το τελευταίο γνωστό μέλος της φυλής, η 28χρονη Σανάουντιδιτ (Shanawdithit).

Τελικά, το 1992 η ομοσπονδιακή κυβέρνηση του Καναδά αναγκάστηκε να επιβάλει την απαγόρευση της αλιείας μπακαλιάρου. Το νησί της Νέας Γης συνδέεται με την Νέα Σκωτία και τις ακτές του Λαμπραντόρ με πορθμεία (φέρι-μπόουτ). .

Terre-Neuve-et-Labrador) είναι επαρχία του Καναδά στις ακτές του Ατλαντικού. Η επαρχία αποτελείται από το νησί της Νέας Γης και το Λαμπραντόρ, μια περιοχή στα ΒΑ του Κεμπέκ. Η ονομασία Λαμπραντόρ προέρχεται από τον πορτογάλο εξερευνητή Ζοάο Φερνάντεζ Λαβραντόρ (João Fernandes Lavrador), ο οποίος ήταν ο πρώτος Ευρωπαίος που αντίκρισε τις ακτές αυτής της μεγάλης χερσονήσου το έτος 1498. Η Νέα Γη αποτελούσε αποικία των Άγγλων από το 1583 μέχρι τα τέλη το 1949, οπότε και προσχώρησε στην ομοσπονδία του Καναδά. Οι πρώτοι κάτοικοι της Νέας Γης ήταν οι αυτόχθονες Ινδιάνοι Μπεοθούκ (Beothuks), φυλή που ζούσε από το κυνήγι και το ψάρεμα.

Αργότερα στο νησί εγκαταστάθηκαν και αυτόχθονες Μίκμακ. (Τα φράγματα αυτά αποτέλεσαν αργότερα την αιτία μεγάλης διαμάχης με το Κεμπέκ, επειδή η μεταφορά του ηλεκτρικού ρεύματος γίνεται από την επαρχιακή εταιρεία ηλεκτρισμού του Κεμπέκ, η οποία έτσι καρπώνεται και το μεγαλύτερο κέρδος.) Κατά την δεκαετία του 1970, η αλιεία του μπακαλιάρου στα πλούσια νερά του Κόλπου του Αγίου Λαυρεντίου και στην ευρύτερη θαλάσσια περιοχή γύρω από την Νέα Γη, πήρε ανεξέλεγκτες διαστάσεις.

Newfoundland and Labrador, γαλλ. Στα χρόνια αμέσως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Βρετανία δεν μπορούσε να κρατήσει την αποικία της Νέας Γης για λόγους οικονομικούς.

Οι κάτοικοι της επαρχίας είναι γνωστοί για την ιδιαίτερη προφορά τους, τα κέλτικα τραγούδια τους και την φιλοξενία τους. Η μεγαλύτερη πόλη της επαρχίας είναι η πρωτεύουσά της Άγιος Ιωάννης (St. Με την κατάρρευση της αλιείας, πολλοί κάτοικοι της Νέας Γης και του Λαμπραντόρ έφυγαν για να αναζητήσουν καλύτερη τύχη στον κεντρικό και δυτικό Καναδά.

Στην πόλη υπάρχει μεγάλο διεθνές αεροδρόμιο, το οποίο χρησιμοποιείται πολλές φορές για προσγειώσεις ανάγκης από αεροσκάφη που εκτελούν υπερατλαντικές πτήσεις. Η Νέα Γη είχε να επιλέξει ανάμεσα σε «υπεύθυνη κυβέρνηση», δηλ.

Ανακαλύφθηκαν επίσης νέα κοιτάσματα νικελίου στον Κόλπο Βόισυ. Ο οριστικός καθορισμός των συνόρων της Νέας Γης και του Λαμπραντόρ καθορίστηκαν με απόφαση της Βρετανίας το 1927. Το 1907, η Νέα Γη ανακηρύχθηκε «κτήση» (dominion) της Βρετανίας με αυτόνομη κυβέρνηση.

Κατά το δεύτερο δημοψήφισμα 52% των κατοίκων της Νέας Γης επέλεξε την ένωση με τον Καναδά, και τελικά στις 31 Μαρτίου του 1949, η κτήση της Νέα Γης και του Λαμπραντόρ έγινε η 10η επαρχία της καναδικής ομοσπονδίας. Στα πρώτα χρόνια μετά την προσχώρησή της στον Καναδά, η επαρχία της Νέας Γης και του Λαμπραντόρ προσπάθησε να αλλάξει την οικονομία της, που μέχρι τότε στηρίζονταν σχεδόν αποκλειστικά στην αλιεία του μπακαλιάρου. Η κυβέρνηση της επαρχίας ζήτησε επίσης από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση του Καναδά να αυξήσει τις παροχές προς την Νέα Γη για να αντιμετωπιστούν τα χρόνια οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα. Σήμερα η πλειονότητα των κατοίκων της Νέας Γης και του Λαμπραντόρ είναι βρετανικής και ιρλανδικής καταγωγής.

Γι αυτό και οι Γάλλοι επιτέθηκαν στο νησί και λίγο έλειψε να το καταλάβουν το 1690. Υπάρχουν επίσης περίπου 5% άτομα γαλλικής καταγωγής και περίπου 7,5% αυτόχθονες και μιγάδες.

Η Αγγλία χρησιμοποιούσε τα λιμάνια της αποικίας ως βάσεις για τους πολέμους της με την Γαλλία. Συντεταγμένες: 52°37′28″N 59°41′06″W / 52.6244, -59.685 Η Νέα Γη και το Λαμπραντόρ ή Λαβραδόρ (αγγλ.

Ντόπιοι ψαράδες, αλλά και ψαράδες από άλλες χώρες (Ισπανία, Πορτογαλία, Ρωσία, κ.λπ.) σήκωναν τεράστιες ποσότητες μπακαλιάρου με βιομηχανικής φύσης αλιευτικά σκάφη. κυβέρνηση οικονομικά αυτοδύναμη, και την ένωση με τον Καναδά.

Έκτοτε η φυλή των Μπεοθούκ θεωρείται επισήμως «εξαλειφθείσα». Οι πρώτοι Ευρωπαίοι που αποβιβάσθηκαν στην Νέα Γη ήταν οι Βίκινγκ. Έτσι έγιναν δύο δημοψηφίσματα, ένα το 1946 και ένα το 1947.

Γι’ αυτό και οι πρώτοι ευρωπαίοι εξερευνητές ονόμασαν τους Ινδιάνους «ερυθρόδερμους». Ο πληθυσμός των Μπεοθούκ άρχισε να μειώνεται δραματικά μετά την εγκατάλειψη των καταυλισμών τους στους εποίκους, κυρίως από ασιτία και από ασθένειες όπως η φυματίωση που έφεραν οι Ευρωπαίοι).

Την δεκαετία 1991–2001, η επαρχία παρουσίασε μείωση πληθυσμού κατά 10%, ενώ η ανεργία και η φτώχεια μάστιζαν τους εναπομείναντες κατοίκους. (Ο Άγιος Ιωάννης απέχει από το Λονδίνο 3.750 km, ενώ η Νέα Υόρκη απέχει από το Λονδίνο 5.580 km.) Τέλος, στην ίδια πόλη, που είναι και φυσικό λιμάνι, υπάρχει βάση της Καναδικής Ακτοφυλακής. Στον Κόλπο της Χήνας (Happy Valley-Goose Bay, 7.000 κάτοκοι), υπάρχει μεγάλη βάση της Βασιλικής Καναδικής Πολεμικής Αεροπορίας (RCAF), η οποία χρησιμοποιείται και από το ΝΑΤΟ για δοκιμές και εκπαίδευση σε συνθήκες χαμηλής θερμοκρασίας. Την επαρχία επισκέπτονται κάθε καλοκαίρι πολλοί τουρίστες για να θαυμάσουν την άγρια ομορφιά των ακτών της.

Με την εγκατάσταση ευρωπαίων εποίκων στις αρχές του 17ου αι., οι Μπεοθούκ αποτραβήχθηκαν στα δάση του νησιού προσπαθώντας να αποφύγουν οποιαδήποτε επαφή με τους άρχισαν νέους κατοίκους της περιοχής. Το γεγονός αυτό είχε πολύ αρνητικές συνέπειες στην οικονομία της επαρχίας.

Στις 5 Αυγούστου του 1583, ο Σερ Χάμφρεϋ Γκίμπερτ ανακήρυξε επισήμως την Νέα Γη ως την πρώτη υπερπόντια αποικία της Αγγλίας με προνόμιο που του παραχώρησε η βασίλισσα Ελισάβετ Α΄. Κατά τον 17ο και 18ο αι., βρετανοί έποικοι άρχισαν να καταφθάνουν στο νησί. Την ίδια εποχή κατασκευάστηκαν μεγάλα φράγματα στον ποταμό Τσώρτσιλ του Λαμπραντόρ, με σκοπό την παραγωγή υδροηλεκτρικής ενέργειας για εξαγωγή προς τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ξεκίνησε η άντληση πετρελαίου από τα παράκτια κοιτάσματα της Ιβερνίας (Hibernia) νοτίως της Νέας Γης. John s, 173.000 κάτοικοι στο ευρύτερο πολεοδομικό συγκρότημα).

Κατά την δεκαετία του 1960 άρχισε η εκμετάλλευση μεγάλων κοιτασμάτων σιδηρομεταλλεύματος στο Λαμπραντόρ, κοντά στην ομώνυμη πόλη και στα όρια με το Κεμπέκ. Οι Μπεοθούκ είχαν την συνήθεια να βάφουν το πρόσωπό τους με κόκκινη ώχρα (άργιλοι πλούσιες σε οξείδια του σιδήρου).

Ωστόσο, οι Βίκινγκ εγκατέλειψαν την περιοχή μετά από σύντομη παραμονή. Πέντε αιώνες αργότερα, και συγκεκριμένα το καλοκαίρι του 1497, ο βενετός εξερευνητής Τζιοβάννι Καμπότο ανακάλυψε την Νέα Γη για λογαριασμό της Αγγλίας, αν και πιθανολογείται πως 25 χρόνια πριν από τον Καμπότο, είχε φτάσει στην Νέα Γη, ο πορτογάλος εξερευνητής Ζοάο Βας Κόρτε-Ρεάλ (João Vaz Corte-Real). Το 1832, η Νέα Γη απέκτησε αποικιακό κοινοβούλιο, στα πρότυπα άλλων βρετανικών αποικιών.

Άλλα αστικά κέντρα της επαρχίας είναι το Κόρνερ Μπρουκ (Corner Brook, 20.000 κάτοικοι), το Γραντ Φολς-Ουίνσδορ (Grand Falls-Windsor, 13.000 κάτοικοι), το Μπέυ Ρόμπερτς (Bay Roberts, 10.000 κάτοικοι), η Πόλη του Λαμπραντόρ (Labrador City, 10.000 κάτοικοι) και το Γκάντερ (Gander, 9.500 κάτοικοι). Στον Άγιο Ιωάννη λειτουργεί το Πανεπιστήμιο Memorial. Το αποτέλεσμα ήταν να μειωθούν δραματικά τα αποθέματα αλιευμάτων στην περιοχή.

 
?>