Ψάρεμα
Όσον αφορά στη διακίνηση των αλιευμάτων εκτός χώρου αρμοδιότητας του Λιμενικού Σώματος ο έλεγχος αυτών γίνεται από υγειονομικές και άλλες υπηρεσίες των κατά τόπους Νομαρχιών. Τέλος η στατιστική παρακολούθηση της αλιευτικής δραστηριότητας (επαγγελματικής αλιείας), εντός των ελληνικών χωρικών υδάτων, καθώς και της ελληνικής εκείνης υπερπόντιας αλιείας , αποτελεί αντικείμενο έρευνας και παρακολούθησης της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας που διενεργείται είτε από δικούς της υπαλλήλους είτε μέσω των κατά τόπους τελωνειακών Αρχών της Χώρας, που υπάγονται στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. . Αν μάλιστα προσθέσουμε και τους εργαζόμενους άμεσα ή έμμεσα συνολικά στη βιομηχανία αλιευμάτων ο αριθμός αυτών των ανθρώπων ανέρχεται πλέον στα 200.000.000 παγκοσμίως. Η αλιεία είναι μια πανάρχαια πρακτική που χρονολογείται τουλάχιστον από την Ανώτερη Παλαιολιθική Εποχή, πριν περίπου 40.000 χρόνια.Ο Έλληνας ιστορικός Πολύβιος Ο Οππιανός της Κόρυκας (Oppian of Corycus), ένας Έλληνας συγγραφέας, συνέγραψε (177-180) μια μεγάλη μελέτη για τη θαλάσσια αλιεία, την «Αλιευτική». αιώνα.
Στο νερό κάτω, ένα στρογγυλεμένο αντικείμενο από το ίδιο υλικό με ένα άνοιγμα από πάνω. Αυτό το αντικείμενο βρίσκεται στο Μουσείο Καλών Τεχνών της Βοστώνης, Η.Π.Α.
Εκτός από το ότι παρέχει μια σημαντική, σε ποιότητα και σε ποσότητα, πηγή τροφής και θέσεις εργασίας, η σύγχρονη αλιεία αποτελεί επίσης μορφή ψυχαγωγίας (η ερασιτεχνική αλιεία), αλλά και επαγγελματικό σπορ. Οι Αρχαίοι Αιγύπτιοι επινόησαν αρκετά εργαλεία και μεθόδους για την αλιεία και τις εικονογράφησαν στις ταφικές τους τοιχογραφίες και σε αρχεία παπύρου: απλές ψάθινες ψαρόβαρκες, δίχτυα, καλάθια από κλαδιά ιτιάς, καμάκια και διάφορα αγκίστρια σε μεγέθη που ποίκιλαν από 8 mm μέχρι 18 cm.
Μέχρι τη 12η δυναστεία χρησιμοποιούνταν ήδη μεταλλικά αγκίστρια Όπως είναι συνηθισμένο και σήμερα, τα ψάρια θανατώνονταν μετά την αιχμαλωσία τους. Έχει βρεθεί πάντως ένας κρατήρας χρονολογημένος γύρω στα 510 - 500 π.Χ., που εικονίζει ένα αγόρι να σκαρφαλώνει πάνω σε ένα βράχο με ένα ράβδο ψάρια στο κεφάλι του και ένα καλάθι στα αριστερά του.
Μια παρωδία αλιείας ήταν ένας τύπος μονομάχου που ονομαζόταν «retiarius» και εμφανίζονταν οπλισμένος με μια τρίαινα κι ένα δίκτυ. Φρέσκα, αποξηραμένα και παστά τα ψάρια αποτελούσαν μια σημαντική πηγή πρωτεϊνούχας τροφής για τον πληθυσμό της χώρας.
Ο Φου Χσι(Fu Hsi) θεωρούνταν ο εφευρέτης της γραφής, του κυνηγιού, της παγίδευσης και της αλιείας. Οι Moche, λαός του Αρχαίου Περού εικονίζουν αλιείς στα κεραμικά τους. Στην Ελλάδα, η αλιεία, ως ιδιαίτερος κλάδος της εθνικής οικονομίας, υπάγεται διοικητικά στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Γεωργίας και ειδικότερα της ομώνυμης Διεύθυνσης Αλιείας, που έχει και την ευθύνη τόσο της επιστημονικής παρακολούθησης όσο και τον νομοθετικό καθορισμό των τρόπων (μεθόδων), των μέσων, των ζωνών καθώς και των εποχών της δραστηριοποίησής της. Και η μεν αστυνόμευση της θαλάσσιας αλιείας, ειδικά για τον έλεγχο και τη τήρηση της σχετικής νομοθεσίας, αποτελεί αρμοδιότητα των οργάνων του Λιμενικού Σώματος που υπάγεται στο Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας, η δε εκείνη των εσωτερικών υδάτων (ποταμών, λιμνών) υπάγεται στην κατά τόπο αρμοδιότητα των αστυνομικών Αρχών της ΕΛ.ΑΣ (εκτός της επιθεώρησης των σκαφών και της χορήγησης των προβλεπομένων αδειών). Αρκετά υδρόβια είδη που αλιεύονταν εικονίζονται, όπως γόγγροι, αστακοί, αχινοί, χταπόδια και σουπιές.
αυτή στο Lepenski Vir, που πάντοτε συσχετίζονταν με μια σχετικά σταθερή κύρια πηγή αλιευμάτων που παρείχαν την κύρια πηγή τροφής των αλιευτικών αυτών φυλών. Αυτό θεωρείται ότι ήταν μια ιχθυοπαγίδα που διατηρούσε τα ψάρια ζωντανά.
Η περιγραφή του Οππιανού για ψάρεμα με «ακίνητο» δίχτυ είναι επίσης ενδιαφέρουσα: «Οι αλιείς τοποθετούν πολύ ελαφρά δίχτυα από κατεργασμένο λινάρι κυκλικά, καθώς χτυπούν βίαια την επιφάνεια της θάλασσας με τα κουπιά τους και σχηματίζουν μια δίνη γύρω από τις άκρες του κύκλου με το δίχτυ. Κάποιες αναπαραστάσεις δείχνουν ακόμη ότι πάστωναν ένα μέρος από τα ψάρια που ψάρευαν. Το κλασσικό δραβιδικό βασίλειο των Ταμίλ της Πανδύας, στην Ινδία, ήταν γνωστό για την αλιεία μαργαριταριών από τον 1ο π.Χ.
Έπειτα οι ψαράδες τραβούν το δίχτυ και από τις δυο πλευρές με σχοινιά και τα οδηγούν στην ακτή.» Από αρχαίες αναπαραστάσεις και γραπτές πηγές είναι φανερό ότι τα αλιευτικά σκάφη είναι τυπικά μικρά και χωρίς κατάρτι ή ιστίο, κατάλληλα επομένως μόνο για παράκτια αλιεία με σχετική ασφάλεια. Ενδείξεις Ρωμαϊκής αλιείας βρέθηκαν με τη μορφή μωσαϊκών που δείχνουν αλιεία από βάρκες με πετονιά και με δίχτυα. Με τον όρο αλιεία, κοινώς ψάρεμα, χαρακτηρίζεται γενικά η τέχνη (τρόπος), καθώς και όλη η δραστηριότητα, με την οποία γίνεται η σύλληψη και απόσπαση των ιχθύων και άλλων υδροβίων ζώων από τον βιότοπό τους, (θάλασσες, λίμνες, ποτάμια, ιχθυογενετικούς σταθμούς κλπ), είτε για τροφή είτε για βιομηχανικούς σκοπούς (παραγωγή ιχθυαλεύρων, ελαίων, λιπασμάτων κλπ.). Το ψάρεμα είναι μια πανάρχαια και παγκόσμια πρακτική με ποικιλία τεχνικών και παραδόσεων που έχουν μεταμορφωθεί εν μέρει από τα σύγχρονα τεχνολογικά επιτεύγματα.
Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία του FAO ο συνολικός αριθμός των αλιέων (μαζί μ αυτούς που ασχολούνται με τις ιχθυοκαλλιέργειες) ανέρχεται παγκοσμίως σε περίπου 38.000.000 ανθρώπους. Είναι η αρχαιότερη γνωστή γραπτή μελέτη για το θέμα που έχει επιβιώσει ως τις μέρες μας.
Μονομαχούσε συνήθως μ έναν άλλο τύπο μονομάχου, τον «murmillo», που εμφανίζονταν οπλισμένος με κοντό ξίφος, μικρή ασπίδα και περικεφαλαία με απεικόνιση ενός ψαριού εμπρός. Στη Νορμανδική μυθολογία η θαλάσσια γιγάντισσα Rán χρησιμοποιούσε ένα δίκτυ αλιείας για να παγιδεύει χαμένους ναυτικούς. Στην παραδοσιακή Κινεζική Ιστορία, η πολιτισμένη ιστορία της αρχίζει με τρεις ημίθεους μυθικούς ήρωες που δίδαξαν στους Κινένους τις τέχνες της πολιτισμένης ζωής μεταξύ 2800 και 2600 π.Χ. Ο Οππιανός περιγράφει αρκετά μέσα αλιείας, που περιλαμβάνουν τη χρήση διχτυών από αλιευτικά σκάφη, παγιδευτικά (scoop) δίχτυα, συγκρατημένα με στεφάνη, καμάκια και τρίαινες, καθώς και πολλές αλιευτικές παγίδες, «..που λειτουργούν ενώ οι ιδιοκτήτες τους κοιμούνται..».
Σίγουρα δεν είναι από δίχτυ. Από τα χτυπήματα των κουπιών και το σαματά που κάνουν τα ψάρια τρομοκρατούνται και τρέχουν πάνω στο στάσιμο δίχτυ, νομίζοντας ότι είναι καταφύγιο: ανόητα ψάρια που τρομαγμένα από το θόρυβο, εισέρχονται στις πύλες του χαμού τους.
Οι πέρκες του Νείλου, τα γατόψαρα και τα χέλια ήταν ανάμεσα στα σημαντικότερα αλιεύματα. Οι Παραβάς (paravas), μια ειδική κάστα από τους Ταμίλ, είχε έδρα της το Τουτικόριν και εκεί αναπτύχθηκε μια πλούσια κοινότητα εξαιτίας της αλιείας και του εμπορίου των μαργαριταριών, των ναυτικών της γνώσεων και των αλιευτικών της σκαφών. Μια πρώιμη αναφορά από τη Βίβλο στο Βιβλίο του Ιώβ είναι: «Δεν μπορούσε να γεμίσει το δέρμα του με σιδερένια λέπια; ή το κεφάλι του με καμάκια αλιείας;» Αλιευτικές σκηνές σχετικά σπάνια παρουσιάζονται στην Αρχαία Ελληνική τέχνη, μια αντανάκλαση του σχετικά χαμηλού κοινωνικού επιπέδου των ιχθυέων στην Αρχαία Ελληνική Κοινωνία.
Το λιμάνι του Τουτικόριν ήταν γνωστό για την αλιεία μαργαριταριών από το βυθό της θάλασσας με χρήση δυτών. Μάλιστα χρησιμοποιούσαν την περίσσεια αλιευμάτων και κοχύλια για ανταλλαγές με άλλα προϊόντα με άλλες φυλές με τιος οποίες είχαν επαφή και δεν διέθεταν αυτά τα είδη. Κατά τη Νεολιθική Εποχή μεταξύ των μεγάλων νέων τεχνολογικών επιτευγμάτων της εποχής περιλαμβάνονταν και πολλές βασικές τεχνικές αλιείας, που πολλές απ αυτές χρησιμοποιούνται παρόμοια ως τις μέρες μας. . Στην Αρχαία εποχή ο ποταμός Νείλος ήταν γεμάτος ψάρια.
Αρχαιολογικά ευρήματα κοχυλιών και υπολειμμάτων από ψαροκόκαλα, καθώς και σχετικές βραχογραφίες σε σπήλαιαδείχνουν ότι τα αλέύματα αποτελούσαν σημαντική σε ποσότητα πηγή τροφής, αλλά και είδος ανταλλαγής για τους ανθρώπους της περιόδου. Μάλιστα, ενώ η πλειοψηφία των ανθρώπινων φυλών της εποχής ζούσαν μια νομαδική ζωή κυνηγών - τροφοσυλλεκτών που αναγκαστικά μετακινούνταν σχεδόν συνεχώς, υπήρχαν παραδείγματα φυλών με σχετικά μόνιμη εγκατάσταση, όπως π.χ.
